11/11/17

Έκθεση Δημήτρη Κυργιαφίνη

Ο Δημήτρης Κυργιαφίνης παρουσιάζει έκθεση ζωγραφικής με χάραξη σε γυαλί , υπό τον τίτλο ΡΩΓΜΕΣ , στην οικία Παραλή στον πεζόδρομο Πολυγύρου (περιοχή Έξι Βρύσεων).
Διάρκεια έκθεσης : 18-24 Νοεμβρίου
Ώρες λειτουργίας : 6- 10μμ


5/11/17

Ημερίδα Ψυχολογίας και Τέχνης

Τα παρακάτω άρθρα αποτελούν υλικό έμπνευσης για δημιουργία έργων τέχνης που θα πλαισιώνουν την 1η Ημερίδα Ψυχολογίας και Τέχνης που διοργανώνει ο ΣΚΕΤΧ.


ΑΚΟΥΩ ΚΑΙ ΑΚΟΥΓΟΜΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Στην καθημερινότητα τους οι γονείς βιώνουν περιστατικά όπου καλούνται να αναλάβουν το ρόλο του συμβούλου, του παρηγορητή, του διαιτητή, του εμψυχωτή, του δικαστή, του «τιμωρού». Πόσες φορές την ημέρα γονείς βιώνουν περιστατικά όπως το παρακάτω


H Μαρία έρχεται κλαίγοντας και λέει: 
- Η Κατερίνα δε με θέλει για φίλη και δε μου δίνει τα παιχνίδια της.
- Να μην της δίνεις και εσύ τα δικά σου, απαντά ο γονιός
ή μια άλλη πιθανή απάντηση μπορεί να είναι:
- Δεν είναι κάτι σοβαρό. Δεν αξίζει να στεναχωριέσαι για αυτό, μικρή μου.


Μετά από λίγες ώρες το παιδί ζητά να παίξει με τη φίλη της. Ο γονιός αναρωτιέται αν η συζήτηση που έκαναν προηγουμένως είχε κάποια χρησιμότητα και αρχίζει να αμφισβητεί είτε τον εαυτό του και την αποτελεσματικότητα του είτε να υποτιμά την ικανότητα του παιδιού να επεξεργάζεται τα συναισθήματα του.
Η επικοινωνία, το να ακούς και να ακούγεσαι, μέσα στην οικογένεια δεν είναι πάντα μια εύκολη υπόθεση. Πόσες φορές νοιώθουμε ότι τα λόγια και οι πράξεις δεν εκπροσωπούν αυτά που πραγματικά επιθυμούμε να πούμε; Πόσες φορές νοιώθουμε ότι τελικά δε γίναμε ξεκάθαροι; Το να ακούς το παιδί φαίνεται αρκετά εύκολο. Όμως ακούω σημαίνει κατανοώ, συναισθάνομαι και προσπαθώ να έρθω σε επαφή όχι μόνο με τις δηλώσεις αλλά  και με τα συναισθήματα του παιδιού. Σε συνθήκες πίεσης ο γονιός προσπαθεί να δώσει λύσεις, συμβουλές, οδηγίες, παρηγοριά στο παιδί για να το βοηθήσει και έπειτα μπορεί να νοιώσει ότι η φωνή του δεν ακούγεται παραμόνο αν ανεβάσει την ένταση της.
Υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός γονέων που φαίνεται ότι επικεντρώνουν τις μεθόδους διαπαιδαγώγησης και κοινωνικοποίησης των παιδιών σε ψυχολογικές μεθόδους και στρατηγικές και λιγότερο σε μεθόδους άσκησης σωματικής βίας με ξυλοδαρμούς ή χαστούκια, χωρίς να σημαίνει ότι αυτές οι πρακτικές έχουν παύσει. Οι γονείς επιθυμούν να αναπτύσσουν το διάλογο, επιτρέπουν στα παιδιά τους να εκφραστούν πιο ελεύθερα, δείχνουν κατανόηση, στοργή, αγάπη και φροντίδα, ασχολούνται με την επιμέλεια και δίνουν έμφαση σε εξωσχολικές και ψυχαγωγικές δραστηριότητες. Ο νέος γονιός αναζητά μια αυθεντική και αμοιβαία σχέση με το παιδί χωρίς βέβαια να ξεχνιούνται οι διαφορετικοί ρόλοι.


Ωστόσο στην προσπάθεια του να επικοινωνήσει ο γονιός μερικές φορές υιοθετεί τακτικές που δυσχεραίνουν την επικοινωνία και δε βοηθούν το διάλογο. Έτσι ο γονιός μπορεί να δίνει οδηγίες ή διαταγές στο παιδί και να του λέει τι να κάνει μη βοηθώντας το να καλλιεργήσει την κριτική του ικανότητα στον έλεγχο των συνεπειών της συμπεριφοράς του και στη λήψη αποφάσεων. Μπορεί να το προειδοποιεί ή απειλεί για τιμωρίες και συνέπειες που ποτέ δεν πρόκειται να πραγματοποιήσει με αποτέλεσμα το παιδί να αμφισβητεί το γονεϊκό του ρόλο ή να μη μάθει να υποστηρίζει τον εαυτό του. Μπορεί να το κριτικάρει ή να μιλά για λογαριασμό του χωρίς να του δίνει το χώρο να εκφραστεί δείχνοντας ότι πάντα θα μιλά κάποιος άλλο για αυτό. Θέλοντας να το «προστατεύσει» από τα αρνητικά του συναισθήματα  και να το απομακρύνει από αυτά ελαχιστοποιεί το μέγεθος ή την αξία τους.

Η αυθεντική επικοινωνία  με το παιδί δεν είναι απλή υπόθεση. Απαιτεί δεξιότητες και την υιοθέτηση τακτικών που ευνοούν τη γνήσια έκφραση συναισθημάτων.

Το να είσαι καλός ακροατής: Οι Fine και Glasser αναφέρουν ότι καλός ακροατής είναι αυτός που ακούει τον άλλο και όσα του λέει και δε σκέφτεται ούτε λεπτό τον εαυτό του και τι να απαντήσει σε όσα ακούει. Τα παιδιά ψάχνουν καλούς ακροατές που δε θα τους δώσουν εμφανείς λύσεις και συμβουλές αλλά αυτούς που θα ακούσουν τα παράπονα τους και θα μοιραστούν τα συναισθήματα τους. Δε χρειάζεται να υποτιμήσουμε τη Μαρία στο παραπάνω παράδειγμα, να σκεφτούμε ότι είναι ένα μικρό παιδί που δε ξέρει ότι μπορεί να σταματήσει να παίζει με την Κατερίνα. Αυτό που χρειάζεται είναι να ακούσουμε την ανάγκη της. Αν αναζητεί λύσεις, ας τη βοηθήσουμε μέσα από ένα σύνολο επιλογών να βρει αυτή που θα είναι η καταλληλότερη για αυτή. Έτσι θα ασκήσει την κριτική της ικανότητα και θα μάθει να παίρνει πρωτοβουλίες, να αναλαμβάνει ευθύνες και να δέχεται τις συνέπειες των πράξεων της. 

Ο καλός ακροατής μπορεί να είναι παθητικός, να παραμένει σιωπηλός όταν χρειάζεται. Ο γονιός αφήνει το χώρο στο παιδί να εκφράσει τις ανησυχίες, τις διαφωνίες, τις συγκρούσεις, το θυμό, τη λύπη, τη χαρά, τη ζήλεια, την ευχαρίστηση. Αφήνει το χώρο χωρίς αυτό να σημαίνει ότι χάνει τη φωνή του. Σε άλλες περιπτώσεις ο καλός ακροατής αποκτά ενεργητικό χαρακτήρα και γίνεται αυθεντικός απέναντι στο παιδί χωρίς να προσπαθεί να επιβάλλει την άποψη του.




Δε διατηρεί το προσωπείο του παντογνώστη που μπορεί να βρει λύσεις στα πάντα απεναντίας καλλιεργεί το διάλογο κάνοντας περισσότερες ερωτήσεις. Διαθέτει χρόνο και αφιερώνει όλη την προσοχή στο παιδί, ενισχύει τις πραγματικές ικανότητες του παιδιού, το εμπιστεύεται ότι μπορεί να βρει λύσεις και νοιώθει ασφαλής ότι το παιδί θα μπορέσει να λάβει αποφάσεις και να πάρει πρωτοβουλίες που αντιστοιχούν στις ικανότητες και την ηλικία του. 
Τα αποτελέσματα της αυθεντικής επικοινωνίας δεν είναι άμεσα εμφανή. Ο γονιός μπορεί να απογοητευτεί και να ματαιωθεί νοιώθοντας ότι τα λόγια του και η συμπεριφορά του δεν έχουν κανένα όφελος. Οι καρποί αυτής της προσπάθειας έρχονται όταν το είδος αυτής της επικοινωνίας αποκτήσει γερά θεμέλια και συστατικό στοιχείο της σχέσης.     
Ακούω και ακούγομαι σημαίνει σέβομαι τα συναισθήματα  του άλλου, ακόμη και αν διαφωνώ, γνωστοποιώντας στον άλλο τη διαφωνία μου, την άποψη μου, ακόμη και αν γίνομαι δυσάρεστος. Έτσι δε θα χάσω ποτέ τη δική μου φωνή. Το παιδί έχει ανάγκη να ξέρει ότι το αγαπούν για αυτό που είναι, ότι το εμπιστεύονται για τις ικανότητες του για να αποκτήσει συναίσθηση της αξίας του και των πραγματικών του δυνατοτήτων. Αφήνω στο άλλο το χώρο να εκφράσει τα συναισθήματα του και να αποκτήσει τη φωνή του. 
Τσίγγανου Ιωάννα, Ψυχολόγος, Msc στην Ειδική Παιδαγωγική


ΥΠΑΡΞΙΑΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ
Κάθε άνθρωπος αντιμετωπίζει τα ίδια υπαρξιακά δεδομένα. Όλοι μας βιώνουμε μια πεπερασμένη, παροδική, και συνεχώς μεταβαλλόμενη ζωή. Η ζωή και ο θάνατος, η μοναξιά και η συλλογικότητα, η αυτονομία και η δέσμευση, το νόημα και η απουσία του είναι μερικά από τα υπαρξιακά θέματα που μας απασχολούν συνεχώς, με διάφορους τρόπους, κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Ο θάνατος Τι είναι ο θάνατος. Στην προσπάθεια του ανθρώπου να ερμηνέυσει τον θάνατο συνηγόρησε η ικανότητα του να αντιλαμβάνεται την έννοια του μέλλοντος. Η απάντηση λοιπόν στο τι είναι ο θάνατος είναι απλή αλλά και περίπλοκη, αφού περιέχει και περιέχεται σε  πολλές διαστάσεις της ζωής, απαντήθηκε όμως σχετικά σύντομα στην πορεία του ανθρώπου.  Τα στοιχεία του θανάτου λοιπόν είναι : Η καθολικότητα του θανάτου, όλα τα ζωντανά πλάσματα κάποια στιγμή πεθαίνουν και ισχύει για όλους ανεξαιρέτως Το αμετάκλητο του θανάτου, όποιος πεθαίνει δεν μπορεί να ξαναζήσει Η παύση των λειτουργιών, αναφέρεται στην τελική πάυση των σωματικών λειτουργιών. Το άτομο που πεθαίνει δεν αναπνέει, δεν πεινάει, δεν πονάει, δεν μπορεί να σκεφτεί. 
Η μοναδικότητα και η ατομικότητα του καθενός μας, απέναντι στη συνειδητοποίηση του θανάτου, μας πιάνει μια λαχτάρα για αθανασία. Πώς λοιπόν μπορεί να μας βοηθήσει να ζήσουμε καλύτερα η συνειδητοποίηση του ίδιου μας του θανάτου; Η συνειδητοποίηση λοιπόν, πως όλα κάποια στιγμή θα τελειώσουν , λειτουργεί με έναν μαγικό τρόπο, αφυπνιστικά, κάνοντάς μας να καταλάβουμε ότι η ζωή μας δεν είναι αυτό που περιμένουμε να έρθει , αλλά αυτό που ζούμε αυτή τη στιγμή. Η συνειδητοποίηση πως η ζωή μας ανήκει και αποφασίζουμε να τη ζήσουμε με τον τρόπο που θέλουμε, γίνεται μια ισχυρή παρηγοριά απέναντι στο φόβο για τον θάνατο. Η μοναξιά
  Το «γεννιόμαστε μόνοι και πεθαίνουμε μόνοι» μας είναι μια γνωστή ρήση. Αν κοιτάξουμε λίγο πιο βαθιά σε αυτήν την απλή ρήση, θα μπορέσουμε να καταλάβουμε την βαθύτερη έννοια της μοναξιάς. Η μοναδικότητα και η ατομικότητά μας καθιστά εύκολη την κατανόηση της προσωπικής μας ύπαρξης και της θέσης μας στον κόσμο (συγκεκριμένος χρόνος , συγκεκριμένη κοινωνία). Η συνειδητοποίηση της μοναξιάς και της απουσίας νοήματος στη ζωή, μας οδηγεί , για να μην χρησιμοποιήσω τον όρο «μας αναγκάζει», να ανακαλύψουμε τους δικούς μας τρόπους που θα μας βοηθήσουν να ανταπεξέλθουμε. Ο Yalom υποστηρίζει πως το φαινόμενο της υπαρξιακής μοναξιάς βιώνεται πιο έντονα από ασθενείς που έρχονται αντιμέτωποι με το θάνατο, γιατί τότε ακριβώς αντιλαμβάνεται κανείς πραγματικά ότι έχει γεννηθεί μόνος στον κόσμο και πρέπει να φύγει μόνος, ο θάνατος πάντα παραμένει η πιο μοναχική από τις ανθρώπινες εμπειρίες.Η μοναξιά είναι πραγματικότητα της ανθρώπινης ζωής και είναι το τίμημα της άτομο-κεντρικής ελευθερίας.
Η ανάγκη νοήματος «Ο άνθρωπος είναι ένα ον σε αναζήτηση κάποιου νοήματος»Πόσες φορές έχουμε ακούσει το ερώτημα «ποιο είναι το νόημα της ζωής?». Τίτλοι και θέματα σε περιοδικά σε εκπομπές σε συζητήσεις μεταξύ φίλων. Ποιο είναι τελικά το νόημα της ζωής , δεν το έχουμε μάθει. Το σίγουρο είναι αυτή η ανάγκη να το ανακαλύψουμε. Από μία προσωπική σκοπιά μπορώ να πω , πως το νόημα είναι κάτι τόσο προσωπικό και μπορεί να προσαρμόζεται και να εναρμονίζεται ανάλογα με τις καταστάσεις στη ζωή του καθενός μας . Ο Γιουνκ αναφέρει πως ένα μεγάλο ποσοστό των ασθενών έρχονται στην θεραπεία προς αναζήτηση αυτού του ιδιαίτερου νοήματος για τη ζωή. Ο Yalom υποστηρίζει πως σε αντίθεση με τις άλλες τρεις έσχατες έγνοιες, η αναζήτηση του νοήματος προσεγγίζεται καλύτερα με πλάγιο τρόπο μέσα στη θεραπεία. Ένα είναι σίγουρο πως είναι πραγματική η ανάγκη όλων των ανθρώπων να δώσουν ένα νόημα στην ύπαρξή τους. Ο Viktor Frankl στη θεωρία του υποστήριξε πως βασικό συστατικό της ύπαρξης είναι ένα «πνευματικό» νόημα για τη ζωή και η αναζήτηση αυτού του νοήματος. Μετά από την φρικτή εμπειρία που είχε ο ίδιος και η οικογένεια του σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και τον θάνατο του πατέρα, της μητέρας , του αδερφού και της γυναίκας του , μέσα εκεί, ο ίδιος παρατήρησε ότι οι φυλακισμένοι που ήταν ικανοί να επιβιώσουν ψυχολογικά και να αντισταθούν, ήταν αυτοί που μπορούσαν να βρουν κάποιο νόημα, να νοηματοδοτήσουν δηλαδή την ζωή τους και την κατάσταση αυτή. Ο Frankl υποστήριζε πως αναλαμβάνοντας την ευθύνη της ζωής μας και αναζητώντας κάποιο νόημα , επιτυγχάνουμε την αίσθηση ελέγχου της ζωής και σε επέκταση να πολεμήσουμε το άγχος θανάτου.
Η ελευθερία Σύμφωνα με τον Σαρτρ είμαστε οι δημιουργοί του εαυτού μας. Μέσα από τις επιλογές μας, μέσα από τα λάθη μας αλλά και τις επιτυχίες μας, καταλαβαίνουμε την μεγάλη ευθύνη αυτών των επιλογών μας. Αυτή είναι λοιπόν η ελευθερία της ύπαρξης. Μία έννοια εξίσου καλή και ενίοτε δυσβάσταχτη λόγω των ευθυνών που δεν μπορούμε να αποφύγουμε. Όπως συμπληρώνει ο Σαρτρ «είμαστε καταδικασμένοι στην ελευθερία». Ο Kant υποστήριζε πως έχουμε ευθύνη να δώσουμε νόημα στον εσωτερικό αλλά και στον εξωτερικό μας κόσμο και ότι παίζουμε τον κεντρικό ρόλο του κατασκευαστή της ζωής μας. Αυτό συνδέει την ελευθερία με την ανάγκη νοηματοδότησης της ύπαρξης. Τέλος..Όλοι γεννιόμαστε , περνούμε από τις φάσεις τις ανάπτυξης, και στο τέλος πεθαίνουμε. Στην πορεία της ζωής μας, οι σκέψεις μας, το νόημα που δίνουμε στις καταστάσεις , οι προσδοκίες μας , οι επιλογές μας είναι αυτά που καθορίζουν τη μοναδική μας ύπαρξη. Πάντα όμως στο πλαίσιο του «δεδομένου μας κόσμου». Η ουσία είναι ότι δεν υπάρχει αλήθεια ή πραγματικότητα για ένα ζωντανό πλάσμα, εκτός από εκείνη που συμμετέχει , τη συνειδητοποιεί ή έχει κάποια σχέση μαζί της (Rollo May – existential psychology), και αυτό είναι που αναδεικνύει αυτή τη «μαγική» ατομικότητα μας.
ΖΟΥΜΠΑ ΑΝΝΑ, ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ


Εφηβεία: Και τώρα τι γίνεται;

Τι είναι η εφηβεία για σένα; Ένας όμορφος κήπος, μια έρημος, ένα πυροτέχνημα, μια φυλακή ή ένα σκοτεινό δωμάτιο; Πριν γίνεις γονιός, υπήρξες και εσύ έφηβος. Τι σήμαινε για σένα να αλλάζει το σώμα σου, οι ανάγκες σου, οι σχέσεις σου, τα συναισθήματα σου; Είναι μια εποχή που θυμάσαι ευχάριστα ή είναι μια εποχή που δε θέλεις να θυμάσαι και επιθυμείς η σχέση σου με το παιδί σου να διαμορφωθεί διαφορετικά; Τι κρατάς ως εφόδιο από τη σχέση σου με τους γονείς σου για να διαχειριστείς τις συναισθηματικές μανούβρες της εφηβείας και τι επιλέγεις να αφήσεις πίσω ως μη βοηθητικές πρακτικές;
Τι συμβαίνει στην εφηβεία;
Η εφηβεία είναι μια περίοδος αλλαγών και συγκρούσεων όπου συντελούνται σημαντικές αλλαγές σε επίπεδο σωματικό, συναισθηματικό, νοητικό και κοινωνικό. Οι αλλαγές αυτές εκπλήσσουν τον έφηβο που σε ψυχικό επίπεδο δεν είναι αρκετά ώριμος για να τις δεχτεί και να τις ενσωματώσει στην εμπειρία του.


Η ολοκλήρωση της υποκειμενικής ταυτότητας και η απομάκρυνση από το μικρό σύμπαν της οικογένειας σηματοδοτούν την εφηβεία. Ο έφηβος κάνει επιλογές που θα καθορίσουν τη ζωή του και αρχίζει να κατανοεί τι σημαίνει το να φέρει την ευθύνη των επιλογών του. Η ανεξαρτησία, η διαμόρφωση της ταυτότητας, η θετική εικόνα του εαυτού, ο σχηματισμός λειτουργικών σχέσεων και η ικανότητα θέσπισης ρεαλιστικών επαγγελματικών στόχων αποτελούν καίριους ψυχοκοινωνικούς στόχους στην εφηβεία. 


Η εφηβεία χαρακτηρίζεται σαν μια εποχή όπου παρατηρείται μια προσωρινή αποδιοργάνωση του ψυχισμού. Οι συγκρούσεις είναι αναπόφευκτες και όχι πάντα αρνητικές ενώ το σπίτι και η οικογένεια μπορεί να λειτουργήσει σα χώρος εκτόνωσης αλλά και λύσης παρεξηγήσεων. Μέσα από τις συγκρούσεις αυτές οι οικογενειακοί δεσμοί ενδυναμώνονται και η επικοινωνία αποκαθίσταται αρκεί ο γονιός να είναι ευέλικτος στα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα των εφήβων.
Στην εφηβεία η έκφραση μέσω του λόγου δεν είναι πάντα εφικτή. Συγκρούσεις και έντονα συναισθήματα που ο έφηβος δεν αντέχει να βιώνει αλλά ούτε μπορεί να μιλήσει για αυτά, ενδέχεται να τα εκφράζει στην πράξη με επιθετικές συμπεριφορές απέναντι στον εαυτό του ή τους άλλους. Για την αξιολόγηση της σοβαρότητας αυτών των συμπεριφορών πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η επαναληψιμότητα της συμπεριφοράς, το πλαίσιο και η σοβαρότητα των συνεπειών της. Άλλωστε οι παράτολμες πράξεις στην εφηβεία σχετίζονται με την έννοια της δοκιμασίας. Ένα χτύπημα της πόρτας, ένας έντονος καβγάς, η φυγή από το σπίτι ή και πιο ακραίες μεμονωμένες παραβατικές συμπεριφορές (κλοπές, χρήση ουσιών) συχνά μαρτυρούν την ψυχική ένταση που προσπαθεί να εκτονωθεί. Μιλούν για κάτι που δε μπορεί να μπει σε λόγια.
Στάδια εφηβείας
Η εφηβεία είναι μια περίοδος που διανύει φάσεις οι οποίες έχουν κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Στην προεφηβεία που ξεκινά από τα 9 στα κορίτσια και τα 11 στα αγόρια με μικρές αποκλίσεις τα παιδιά προσπαθούν να κάνουν τα πρώτα βήματα αυτονομίας και ανεξαρτησίας. Αναζητούν το δικό τους χώρο, η διάθεση τους αλλάζει απότομα, οι φίλοι παίζουν πιο κεντρικό ρόλο στη ζωή τους, το σώμα τους αρχίζει να αλλάζει, θέλουν να είναι αυτόνομα και διεκδικούν την ανεξαρτησία τους ενώ ο γονιός θα έρθει αντιμέτωπος για πρώτη φορά με την αμφισβήτηση των θέσεων του. Στην προεφηβεία το παιδί αμφιταλαντεύεται για το αν θα παίξει με τα παιδικά του παιχνίδια. Η συμπεριφορά του κινείται σε ένα δίπολο παιδικής ανωριμότητας και εφηβικών μανιερισμών.


Μεταξύ 12 – 16 ετών που είναι η μέση εφηβεία οι αλλαγές είναι ραγδαίες για τον έφηβο αλλά και το γονιό. Ανάλογα με την προσωπικότητα του εφήβου άλλοι εκδηλώνουν τις εσωτερικές εντάσεις με έκδηλες συμπεριφορές, άλλοι με απομόνωση και άλλοι με δημιουργικότητα.  Ζητήματα σεξουαλικότητας και εικόνας εαυτού, οι συναισθηματικές εξάρσεις, οι νέες συνήθειες και η αναζήτηση νέων τρόπων ψυχαγωγίας χαρακτηρίζουν τη ζωή του έφηβου ενώ συχνά μεταφέρουν μια αίσθηση χάσματος και μη κατανόησης από τους γονείς τους. Η αμφισβήτηση των γονέων είναι πιο άμεση πλέον και οι γονείς καλούνται να αντέξουν αυτή την πρόκληση με σταθερότητα και υπομονή.


Από τα 17 που ξεκινά η ύστερη εφηβεία οι εντάσεις υποχωρούν και το χάσμα με τους γονείς σταδιακά γεφυρώνεται με την προϋπόθεση να έχει χτιστεί μια υγιής σχέση με τα παιδιά. Οι έφηβοι συχνά κάνουν σε αυτή τη φάση ώριμες ρομαντικές σχέσεις ενώ σχεδιάζουν το μέλλον τους σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο. Οι ανησυχίες για την αυτοεικόνα εξακολουθούν να υπάρχουν και η ενηλικίωση πια είναι κοντά δημιουργώντας αισθήματα αναμονής και φόβου.
Τι μπορώ να κάνω σα γονιός;
Ο καβγάς και η σύγκρουση είναι μέσο επικοινωνίας για πολλούς εφήβους. Το να μπορέσει ένας γονιός να δει πέρα από το καβγά είναι σημαντικό ώστε να αποφύγει την ανταλλαγή λόγων και χαρακτηρισμών που θα πληγώσουν και τις δυο πλευρές. Οι χαρακτηρισμοί που απευθύνονται στην προσωπικότητα του παιδιού και όχι στην ακραία ή ενοχλητική συμπεριφορά του εφήβου κάθε άλλο παρά ενδυναμώνουν τη σχέση του γονέα με το παιδί. Είναι σημαντικό ο γονιός, ως ενήλικος και πρότυπο θετικών συμπεριφορών, να μπορεί να διαχειρίζεται τα αρνητικά συναισθήματα του και να μην απαντά σε κάθε πρόκληση με οξυθυμία. Σημαντικό εφόδιο στη σχέση γονέα – εφήβου η δημιουργία θετικών στιγμών μέσα από τις οποίες θα ενισχυθεί το δέσιμο με το παιδί. Ένας περίπατος, μια συζήτηση, η προετοιμασία του μεσημεριανού φαγητού βοηθούν στο να καταλαγιάσουν οι εντάσεις.


Μη ξεχνάτε ότι όλοι έχουμε ανάγκη από αγάπη και αποδοχή. Το να αποδεχτεί και να εκδηλώσει την εκτίμηση του ο γονέας για μια θετική συμπεριφορά του εφήβου θα θερμάνει τις σχέσεις ενώ θα βοηθήσει στο χτίσιμο μιας υγιούς σχέσης με την αυτοπεποίθηση.  Ο γονέας που αμφισβητείται χρειάζεται στήριξη, στήριξη για να μπορέσει να παραμείνει σταθερός στις συγκρούσεις αυτές. Άλλωστε οι οικογενειακές αξίες τις οποίες μάχεται ο έφηβος, είναι αυτές που έχει ανάγκη. Αλλά δεν αρκεί να του το πούμε. Πρέπει να το βιώσει μέσα από την σύγκρουση και μέσα από τις εμπειρίες της ζωής.

Το να εμπιστευτεί το παιδί στους πειραματισμούς και στις δοκιμασίες παραμένοντας πλάι στα λάθη και τις επιτυχίες προστατεύοντας από πραγματικούς κινδύνους και κακοτοπιές είναι η πραγματική πρόκληση ενός γονιού  που το παιδί του είναι στην εφηβεία.
Τσίγγανου Ιωάννα, Ψυχολόγος, Msc στην Ειδική Παιδαγωγική


Η συμβολή της τέχνης των παραμυθιών στην ψυχική ανάπτυξη των παιδιών

Βαϊζίδου Χριστίνα

Ψυχίατρος- Ψυχοθεραπεύτρια



«Θα σου διηγηθώ μια ιστορία, την άκουσα όταν ήμουνα μικρός,

μα από τότε, κάθε φορά που τη συλλογιζόμουν μου φαινόταν όλο και πιο όμορφη,

γιατί υπάρχουν ιστορίες, που όπως και πολλοί άνθρωποι, ομορφαίνουν,

ακόμα και αδιάκοπα με το πέρασμα του χρόνου…»

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν



Όλα τα παραμύθια έχουν νόημα σε πολλά επίπεδα και βοηθούν το παιδί να δομήσει την εσωτερική και την εξωτερική του πραγματικότητα, κινητοποιώντας τους μηχανισμούς της προβολής και της ταύτισης. Τα παραμύθια δίνουν ένα νόημα στα παιδιά σε έναν πολύπλοκο και γι’ αυτά συχνά ακατανόητο κόσμο.



Η λέξη παραμύθι προέρχεται από το αρχαιοελληνικό ρήμα παραμυθέομαι- παραμυθοῦμαι που σημαίνει συμβουλεύω, παρακινώ, παρηγορώ, ανακουφίζω. Αυτή η ετυμολογική προέλευση προσδίδει στην έννοια του παραμυθιού τις πραγματικές της διαστάσεις. Το παραμύθι είναι «παρά τω μύθω», κάτω από τη δικαιοδοσία της ιστορίας του και προσφέρει ένα ηθικό δίδαγμα στον ακροατή αλλά με το στίγμα της παρηγοριάς και της ανακούφισης. Είναι το μαξιλάρι της ιστορίας, που μας οδηγεί στη χώρα του φανταστικού, όπου όλα είναι εφικτά και όλα επιτρέπονται.

Οι άνθρωποι χρησιμοποίησαν τις διάφορες μορφές συμβολικού λόγου ως έναν τρόπο για να δώσουν νόημα στον κόσμο τους, να τον εξηγήσουν, να τον κατανοήσουν και τελικά να μεταλαμπαδεύσουν τη γνώση ή έστω και τις εικασίες αυτές στις επόμενες γενιές. Κατά την αφήγηση ακροατές και αφηγητές συμμετείχαν σε μια κοινή εμπειρία που τους συνέδεε με την οικογένεια, την φυλή, το έθνος, και τους οδηγούσε, μέσα από το παρελθόν και το παρόν, προς το μέλλον (Gersie & King, 1992). Στην πορεία της εξέλιξης του παραμυθιού, το έγγραφο λόγιο παραμύθι θεωρήθηκε μέσο ψυχαγωγίας και εκπαίδευσης μόνο των παιδιών, μια εντύπωση ενδεχομένως εσφαλμένη, μια και τα παραμύθια μπορούν να επιτελέσουν έναν μάλλον διαφορετικό, μα εξίσου σημαντικό ρόλο, και στον ψυχισμό των ενηλίκων.

Τα κλασσικά παραμύθια προέκυψαν από προφορικές λαϊκές παραδόσεις. Είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε το πότε αποτυπώθηκε σε γραπτό λόγο το πρώτο παραμύθι. Τις αρχαιότερες γραπτές ιστορίες τις βρίσκουμε στην Ανατολή, στα Ινδικά Πανχατάντρα (Τα Πέντε βιβλία), μια συλλογή παραμυθιών που χρησιμοποιούνταν για την εκπαίδευση των Ινδών αριστοκρατών, στους βουδιστικούς θρύλους Πατάκα και στους περσικούς μύθους Νεράιδες και τζίνια (Cooper, 2007). Ως πρώτο γνωστό γραπτό παραμύθι αναφέρεται το Έρως και Ψυχή, στο μυθιστόρημα του Απουλήιου, Μεταμορφώσεις, το 161 μ.Χ. Το έργο του Straparola, Ευχάριστες Νύχτες (Noti piacevoli) που τυπώθηκε το 1550 στην Βενετία, θεωρείται ως η παλαιότερη πεζή συλλογή παραμυθιών στην Ευρώπη. Το 1634, ο Giambattista Basile, ως πρώτος συγγραφέας παραμυθιών, δημοσιεύει το Πενταήμερο. Ιστορίες από την συλλογή αυτή μεταφράστηκαν στην Γαλλία και δημοσιεύτηκαν με τον τίτλο Ιστορίες των ξωτικών. Η δημοφιλής αυτή συλλογή καθιέρωσε το παραμύθι στην Ευρώπη (Cooper, 2007) με τον τίτλο που είναι γνωστό μέχρι σήμερα στις αγγλόφωνες χώρες “Fairy tales”. Στις αρχές του 19ου αιώνα, οι Wilhelm και Jacob Grimm συνέλεξαν ιστορίες από διάφορους αφηγητές και, θέλοντας να διαφυλάξουν την Γερμανική παράδοση, τις επαναδιατύπωσαν, εκδίδοντας το Children’s and Household Tales, έκδοση με την οποία το κοινό των παραμυθιών μετατοπίζεται από τους ενήλικες στα παιδιά.

Για την παιδαγωγική αξία του παραμυθιού έχουν διατυπωθεί αντικρουόμενες απόψεις. Ο Αριστοτέλης αναφέρει πως τα παραμύθια είναι απαραίτητα για τα «δυσυπνούντα παιδάρια», ενώ ο Στράβων και ο Πλούταρχος θεωρούν τα παραμύθια ως τα πιο ευχάριστα ακούσματα των παιδιών. Ορισμένοι, όπως ο Rousseau, θεώρησαν πως το παραμύθι αποτελεί τροχοπέδη στην ανάπτυξη θετικής σκέψης. Ο Piaget από την άλλη υποστηρίζει την παιδαγωγική αξία του παραμυθιού, καθώς αυτό συμβάλλει μεταξύ άλλων, στη νοητική ανάπτυξη του παιδιού (The early growth of logic in the child, London: Routledge and Kegan Paul, 1964). Στη συνέχεια θα προσπαθήσω να αναλύσω ορισμένες από τις πτυχές της συνεισφοράς των παραμυθιών στη νοητική και κυρίως στην ψυχική ανάπτυξη των παιδιών.

Το παραμύθι έχει ορισμένα χαρακτηριστικά, που το καθιστούν ικανό να επηρεάσει την ψυχοσύνθεση και τη συναισθηματική εξέλιξη ενός παιδιού ή και ενός ενήλικα ακόμη. Ως είδος το παραμύθι ακολουθεί τρεις γενικές αρχές, όσον αφορά στο χρόνο, στον τόπο και στα πρόσωπα. Συγκεκριμένα: Ο χρόνος και ο τόπος της δράσης είναι αόριστοι και η δράση εκτυλίσσεται σχεδόν εξολοκλήρου μέσα από την ανωνυμία των προσώπων. Τα στοιχεία αυτά διευκολύνουν την ταύτιση του εκάστοτε αναγνώστη ή ακροατή με τους ήρωες, τον παραλληλισμό και την εξαγωγή συμπερασμάτων. Το 1908 ο δανός λαογράφος Άξελ Όλρικ (Axel Olrik) κατέληξε στην επισήμανση κάποιων αφηγηματικών αρχών για το παραμύθι, τους αποκαλούμενους επικούς νόμους:

  1. Ένα παραμύθι δεν ξεκινά με το σπουδαιότερο σημείο της δράσης και δεν τελειώνει απότομα. Προηγείται μια ήρεμη εισαγωγή, ενώ η ιστορία συνεχίζεται και μετά την κορύφωση, για να κλείσει τον κύκλο σε ένα σημείο ηρεμίας και σταθερότητας.
  2. Οι επαναλήψεις είναι συχνές.
  3. Την ίδια στιγμή, παρόντα στο ίδιο επεισόδιο βρίσκονται συνήθως μόνο δύο πρόσωπα.
  4. Οι αντίθετοι χαρακτήρες βρίσκονται αντιμέτωποι.
  5. Αν εμφανίζονται στον ίδιο ρόλο δύο πρόσωπα, πρόκειται για μικρούς και αδύνατους. Συχνά είναι δίδυμοι και όταν δυναμώσουν γίνονται συχνά ανταγωνιστές.
  6. Ο χειρότερος ή πλέον αδύναμος μιας ομάδας αποδεικνύεται στο τέλος ο καλύτερος.
  7. Οι χαρακτηρισμοί είναι απλοί: αναφέρονται μόνο οι ιδιότητες που έχουν άμεση σχέση με την υπόθεση. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη για τη ζωή των προσώπων εκτός πλοκής. Οι ήρωες παρουσιάζονται ως αβαθείς μορφές, πάντα νέοι, χωρίς παρελθόν και μέλλον.
  8. Η πλοκή είναι απλή και λέγεται μία ιστορία τη φορά.
  9. Όλα θίγονται με τον απλούστερο δυνατό τρόπο.

Ως προς την δομή, τα παραμύθια διέπονται σε γενικές γραμμές από τα ακόλουθα στοιχεία (Cooper, 2007. Zipes, 1994):

− Αποστολή του πρωταγωνιστή προκειμένου να φέρει σε πέρας ένα καθήκον

− Βοηθοί : μυστηριώδεις δυνάμεις, νεράιδες, ζώα που βοηθούν τον ήρωα στην πορεία του

− Εμπόδια που συναντά στο δρόμο του, τα οποία πρέπει να υπερνικήσει

− Δράση του ήρωα, ο οποίος περνά από διάφορες δοκιμασίες

− Ευτυχισμένο τέλος, όπου το κακό πάντα τιμωρείται.

Τα παραπάνω στοιχεία θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε και να αξιολογήσουμε εις βάθος την προσφορά των παραμυθιών στον ψυχισμό των παιδιών. Ξεκινώντας όμως από μία βασική προσφορά του παραμυθιού στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών διαπιστώνουμε ότι το παραμύθι ως τελικό προϊόν μίας μακροχρόνιας προφορικής λαϊκής παράδοσης, διαθέτει πλήθος ιδιωματισμών. Τα παιδιά μπορούν έτσι να έρθουν σε επαφή με διάφορα διαλεκτικά και ιδιωματικά στοιχεία της ελληνικής γλώσσας. Το σύγχρονο παραμύθι εστιάζει πολλές φορές στο υπεραπλουστευμένο κείμενο χωρίς να αξιοποιεί τη δυνατότητα που έχει, να φέρει τα παιδιά σε επαφή με το γλωσσικό μας πλούτο, ανοίγοντας παράλληλα την πόρτα για τον κόσμο της λογοτεχνίας.

Η διαδικασία της αφήγησης των παραμυθιών μπορεί να βοηθήσει σημαντικά την ανάπτυξη της σχέσης γονέα και παιδιού. Οι ιστορίες των παραμυθιών διευκολύνουν την ανάπτυξη της συμβολικής σκέψης, των ικανοτήτων αναπαράστασης και της ψυχικής επεξεργασίας των γεγονότων της ζωής, σε επίπεδο φαντασίας (Κουρκούτας, 2010), στοιχεία που αποτελούν την βάση για την ανάπτυξη της δημιουργικής σκέψης και συναισθηματική νοημοσύνης (Gottman, 2000). Οι τεχνικές της αφήγησης μπορούν να συμβάλλουν από την ενεργοποίηση ποικίλλων ψυχολογικών διεργασιών, όπως η φαντασία, η μνήμη, η προσοχή έως την διεύρυνση της ενεργητικής κοινωνικο-ηθικής δεκτικότητας του ακροατή (Πουρκός, 2010). 

Τα παραμύθια πραγματεύονται μια σειρά ζητημάτων, όπως οι ανθρώπινες σχέσεις, θέματα κοινωνικοποίησης και συναισθηματικής αυτονόμησης, αποδοχή του εαυτού, άγχος αποχωρισμού. Σύμφωνα με την ψυχαναλυτική προσέγγιση, οι θεματικές που πραγματεύονται τα περισσότερα παραμύθια, είναι οι ακόλουθες (Bettelheim, 1995, Κουρκούτας, 2010): Άγχος εγκατάλειψης από τους γονείς, συγκρούσεις μέσα στην οικογένεια, κοινωνική ωριμότητα και διαδικασία αυτονόμησης, αποδοχή αρνητικών και θετικών στοιχείων του εαυτού και των γονέων, απόκτηση σεξουαλικής ταυτότητας, σχέσεις παιδιού – γονιού και συναισθηματική ολοκλήρωση. Όλα τα παραμύθια έχουν νόημα σε πολλά επίπεδα και βοηθούν το παιδί να δομήσει την εσωτερική και την εξωτερική του πραγματικότητα, κινητοποιώντας τους μηχανισμούς της προβολής και της ταύτισης. Τα παραμύθια δίνουν ένα νόημα στα παιδιά σε έναν πολύπλοκο και γι’ αυτά συχνά ακατανόητο κόσμο. Το παιδί ανακαλύπτει διαισθητικά τα κρυφά νοήματα του παραμυθιού, ανάλογα με το στάδιο της ψυχοσυναισθηματικής του ανάπτυξης (Bettelheim, 1995).

Το παραμύθι ωθεί το ακροατήριο στην ονειροπόληση εξιδανικεύοντας την πραγματικότητα. Κι αν για τους ενήλικες αυτό είναι μια καλή ευκαιρία για να αποδράσουν από την πραγματικότητα, για τα παιδιά μπορεί να αποτελέσει τη δίοδο για να πλάσουν τη δική τους. «Έχει επίσης εμπεδωθεί στους εκπαιδευτικούς και γονείς ότι η αφήγηση μιας ιστορίας, ενός παραμυθιού μπορεί να κρατήσει το ενδιαφέρον ενός παιδιού μόνο αν το διασκεδάζει και αν κεντρίζει την περιέργειά του» (Bruno Bettelheim, 1976), ανταποκρινόμενο έτσι σε αυτές του τις ανάγκες. Ο κόσμος του παραμυθιού λοιπόν, εφόσον διεγείρει την περιέργεια του παιδιού, διεγείρει και τη φαντασία του, καθώς μπαίνει στη διαδικασία να πλάσει μόνο του ή με τη βοήθεια της εικονογράφησης την εικόνα ενός κόσμου διαφορετικού από το δικό μας. Το παραμύθι κινητοποιεί μάλιστα μία μυθοπλαστική διαδικασία στον εγκέφαλο του ίδιου του παιδιού, μέσω της οποίας πολλές φορές το παιδί - ακροατής είναι  σε θέση να συνεχίσει μόνο του τη ροή του παραμυθιού. Το στοιχείο αυτό χρησιμοποιεί ο Ευγένιος Τριβιζάς, μέγας παραμυθογράφος, στα βιβλία του «Τα 33 ροζ ρουμπίνια» και «Τα 88 ντολμαδάκια» καλώντας στο τέλος κάθε σελίδας τον αναγνώστη να ενεργοποιηθεί και να αποφασίσει για τον ρου της ιστορίας. Τελικά τί θα γινότανε αν η Κοκκινοσκουφίτσα δε φοβόταν το λύκο και είχε καταλάβει από την αρχή την πονηριά του; Αν η Χιονάτη δεν κατέφευγε στο σπίτι των νάνων? Αν ο Χένσελ και η Γκρέτελ δεν έμπαιναν στο σπιτάκι της μάγισσας?

Ο κόσμος των παραμυθιών δεν είναι αιτιοκρατικός, αφού τα πάντα μπορούν να συμβούν, και παρέχει στο παιδί ανακούφιση καθώς εμπεριέχει το μαγικό στοιχείο με το οποίο έμαθε σε μικρότερη ηλικία να λειτουργεί και ο δικός του κόσμος, όταν για παράδειγμα οι ανάγκες του καλύπτονταν και όλα τα προβλήματα λύνονταν «ως δια μαγείας» από το χέρι των φροντιστών του. Η μαγική δομή των παραμυθιών επιτρέπει στα παιδιά να κινηθούν σε έναν ονειρικό κόσμο χωρίς περιορισμούς και ματαιώσεις.

Η δύναμη των παραμυθιών να μεταφέρουν άμεσα και έμμεσα μηνύματα είναι αξιοπρόσεκτη. Οι ενήλικοι μέσα από τα παραμύθια προσπαθούν να μεταδώσουν στα παιδιά τους τις αξίες και τα ιδανικά που οι ίδιοι ασπάζονται. Άλλες φορές τα παραμύθια προσπαθούν να μεταδώσουν πανανθρώπινες αξίες όπως η δικαιοσύνη, η καλοσύνη ή η ισότητα και άλλες φορές προσπαθούν να περάσουν μηνύματα που είναι συνδεδεμένα με το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο γεννήθηκε το παραμύθι, όπως η σημαντικότητα της κοινότητας (π.χ. στις αφρικανικές χώρες) αλλά και η ιεραρχία σε μια κοινωνία. Η απλότητα των παραμυθιών διευκολύνει μέσω βασικών χαρακτηριστικών τους την ταύτιση με τον ήρωα: ο χρόνος και ο τόπος είναι αόριστοι και οι ήρωες δεν έχουν όνομα και παρελθόν. Έτσι, το κάθε παιδί μπορεί για λίγο να ζήσει στο “μια φορά κι έναν καιρό”.

Μία πάγια μεταφερόμενη αξία βρίσκεται στο μοτίβο της πάλης μεταξύ του «καλού» και του «κακού». Από τους γενετικούς- γνωστικούς ψυχολόγους Piaget και Kohlberg κυρίως διαπιστώθηκε, πως το παιδί από την ηλικία των έξι ετών ως τα έντεκα σχεδόν έτη δέχεται την ύπαρξη ηθικών κανόνων και πιστεύει πως οι κανόνες αυτοί είναι απαράβατοι. Από το όγδοο περίπου έτος, κάνει την εμφάνισή του το κριτήριο της δικαιοσύνης και το παιδί είναι ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένο απέναντι στην αδικία. Κατά τον Kohlberg μάλιστα το παιδί ως τα εννέα του χρόνια είναι σε θέση να κάνει τη διάκριση μεταξύ «καλού» και «κακού», συνδέοντας τις έννοιες αυτές με την αμοιβή και την τιμωρία. Στα παραμύθια ο διαχωρισμός είναι σαφής και απόλυτος, διευκολύνοντας τον ψυχισμό του παιδιού, στον οποίο δεν έχουν αναπτυχθεί ακόμη «γκρίζες ζώνες», ώστε να διακρίνει το καλό από το κακό, το σωστό από το λάθος και να διευθετήσει έτσι το εσωτερικό χάος συναισθημάτων (Bettelheim 1976, Piaget 1964) . Στο σημείο αυτό υπήρξε ένα πεδίο δράσης για το σύγχρονο παραμύθι, το οποίο κάποιες φορές έρχεται να αναρωτηθεί: Τι θα γινόταν αν ο λύκος ήταν καλός; Αν υπήρχαν τα τρία μικρά λυκάκια του Ευγένιου Τριβιζά και ο Ρούνι, το κακό γουρούνι; Είναι ο κόσμος τελικά τόσο απόλυτα δοσμένος, είναι φτιαγμένος μόνο με άσπρο και με μαύρο; Η προσέγγιση αυτή απαιτεί ενδεχομένως μια συναισθηματική ωριμότητα εκ μέρους των ακροατών- αναγνωστών και συμβάλλει σίγουρα στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης.

Στα παραμύθια το καλό και η αλήθεια στο τέλος πάντα υπερτερούν. Oι ήρωες καταφέρνουν να υπερβούν όλα τα προβλήματα και τους φόβους, να ανταπεξέλθουν στις δύσκολες συνθήκες, ακόμα κι αν αυτά φαίνονται δύσκολα και αδιέξοδα, καθώς στο παραμύθι δεν υπάρχει το ακατόρθωτο ως έννοια. Ακόμη κι αν «χρειαστεί» να αποκτήσουν υπερφυσικές δυνάμεις, οι ήρωες πετυχαίνουν το σκοπό τους ή κερδίζουν το κακό, μεταφέροντας στον ακροατή την πίστη στην προσπάθεια για επιτυχία, τη δύναμη που λέει «θα τα καταφέρεις» και ένα γενικότερο μήνυμα αισιοδοξίας. Η ευστροφία του Κοντορεβιθούλη, η περιπέτεια της Χιονάτης, η επιμονή της Σταχτοπούτας, ανακουφίζουν  τα παιδιά, τα οπλίζουν με θάρρος για τη ζωή. Τίθεται έτσι η βάση της αυτονομίας και της εκμάθησης της προσωπικής αντιμετώπισης των προβλημάτων στη ζωή.

Ακόμη, το παραμύθι διδάσκει έμμεσα την ανιδιοτέλεια και την αξία των καλών πράξεων, ακόμη και αν αυτές αργούν να αναγνωριστούν και να ανταμειφθούν καθότι, παρόλα αυτά, ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται πάντα στο τέλος. Σε δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης διακρίνουμε και το στοιχείο της ανιδιοτέλειας, που μεταφέρεται στο παιδί, καθότι ο ήρωας πράττοντας το «σωστό» δε γνωρίζει στην αρχή της ιστορίας ότι θα ανταμειφθεί γι’ αυτή του την πράξη, δεν περιμένει τίποτα από αυτήν παρά μόνο μάχεται για το καλό. Ο ήρωας φαίνεται να φτάνει στην κορύφωση του ηρωισμού και της τελικής του δικαίωσης, περνώντας πάντα μέσα από διαδικασίες δοκιμασίας και τελειοποίησης.

Τα παραμύθια συνεισφέρουν στην προσωπική πραγμάτωση του ατόμου: οι ήρωες των παραμυθιών πολλές φορές έχουν τη δυνατότητα να αλλάξουν την εξωτερική τους μορφή χωρίς όμως να χάσουν  την αρχική τους ταυτότητα. Ακούγοντας τα παραμύθια το παιδί θα ταξιδέψει και θα μετατραπεί για λίγο στη φαντασία του σε κύκνο ή θα μάθει πώς ο βάτραχος και το τέρας της πεντάμορφης μπορεί να έχουν και μία άλλη, κρυμμένη ταυτότητα. Οι ιστορίες των παραμυθιών ενδυναμώνουν την πίστη των παιδιών στην ικανότητά τους να δομήσουν την δική τους προσωπικότητα παρά τις εξωτερικές αντιξοότητες, τις εσωτερικές συγκρούσεις ή τα αδιέξοδα που βιώνουν. Η πολυπλοκότητα του «είναι» μεταφέρεται κατ’ αυτόν τον τρόπο χωρίς αυτό να γίνεται συνειδητά αντιληπτό. Τα παραμύθια που εστιάζουν σε κάποιο άσχημο, αποκρουστικό, τερατόμορφο συχνά όν είναι δημοφιλή. Συνήθως το άτομο αυτό υποφέρει από μια κατάρα, όπως ο βάτραχος ή το τέρας του παραμυθιού. Η κατάρα λύνεται από την αγάπη, την αφοσίωση, το φιλί, από αισθήματα που ξεπερνούν την επιφανειακή εντύπωση που δημιουργεί η εικόνα για το άτομο, δίδαγμα ιδιαίτερα σημαντικό για την ποιότητα των ανθρώπινων σχέσεων.  Ένα άλλο παράδειγμα άσχημου πλάσματος δεν είναι άλλο από το ασχημόπαπο, που έρχεται απλά να μας διδάξει τη δυνατότητα εξέλιξης του ατόμου προς την εσωτερική πραγμάτωση και ομορφιά. Η εξωτερική ασχήμια παύει να είναι καταδικαστική όσο υπάρχει πίσω από αυτήν μία υπό εξέλιξη προσωπικότητα και έτσι το άτομο μπορεί να ταυτιστεί και να ξεπεράσει τα όποια προβλήματα έχει με την εικόνα του εαυτού του. Ενισχύεται έτσι και ενδυναμώνεται η αυτοεκτίμηση ενώ ταυτόχρονα κατανοούνται πιο εύκολα οι ιδιαιτερότητες των ανθρώπων. Πέραν τούτου, τα παραμύθια σε πολλές περιπτώσεις μπορούμε να πούμε πως αποτελούν έναν τρόπο έκφρασης ιδεών και αντιμετώπισης των διλημμάτων ενός παιδιού στον δρόμο του προς την ενηλικίωση.

Συνοπτικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα παραμύθια είναι σε θέση να μεταφέρουν στα παιδιά τη μεγαλύτερη αλήθεια και τη μεγαλύτερη ευκαιρία διάπλασης των δρόμων του μυαλού. Στο κάτω κάτω “αν σου μιλώ με παραμύθια είναι γιατί τ’ ακούς γλυκύτερα”. (Γ.Σεφέρης)

ΜΟΝΑΞΙΑ Ή ΜΟΝΑΧΙΚΟΤΗΤΑ;

Η
 μοναξιά, σαν  ψυχοσυναισθηματική κατάσταση, ανέκαθεν συντρόφευε την ανθρώπινη ύπαρξη. Μπορεί να βιωθεί άλλοτε  σαν επιλογή δημιουργικών   ανθρώπων , που λειτουργεί ως  βάση έμπνευσης και άλλοτε σαν κατάσταση μαρτυρική, βασανιστική, αποτέλεσμα συνήθως της μη δυνατότητας ή διάθεσης επικοινωνίας.

Κατά το Jeffrey Young η μοναξιά μπορεί να είναι:
"Στιγμιαία": Διαρκεί από μερικά λεπτά έως κάποιες ώρες και δεν υπάρχουν εμφανείς επιπτώσεις στη σκέψη ή τη συμπεριφορά.

"Περιστασιακή": Διαρκεί μέχρι και ένα έτος και προκύπτει μετά από ένα τραυματικό γεγονός π.χ. διαζύγιο, οικογενειακό πένθος, αλλαγή διαμονής κ.λ.π. Τα αποτελέσματα της μπορούν να γίνουν αισθητά τόσο στις εκδηλώσεις του σώματος όσο και στη ψυχική διάθεση.

"Χρόνια": Παρατείνεται για περισσότερο από δύο χρόνια  και αναφέρεται σε μια περίοδο ελεύθερη από τραυματικά γεγονότα. Τα άτομα  που βιώνουν χρόνια μοναξιά, ενοχοποιούν τον εαυτό τους και νοιώθουν αβοήθητοι. Πολλοί από αυτούς υποφέρουν από το φόβο σύναψης διαπροσωπικών σχέσεων, ενώ άλλοι αισθάνονται ανίκανοι να σταθούν στο ύψος των δικών τους προσδοκιών σε καταστάσεις μεγαλύτερης οικειότητας. Εάν αυτή η αίσθηση ανικανοποίησης διαρκέσει για μεγάλο χρονικό διάστημα, καταλήγουν να αποφεύγουν να εμβαθύνουν οποιαδήποτε σχέση τυχόν δημιουργήσουν και έτσι οδηγούνται σε πλήρη απομόνωση.

Η μοναξιά και το σώμα
Η μοναξιά, στην πιο παθολογική της μορφή, μπορεί να προκαλέσει προβλήματα σωματικής υγείας μέσω  
παραμέλησης τήρησης υγιεινού τρόπου ζωής,
υπεραντιδραστικότητας στο στρες
καθώς και ανεπάρκειας των επουλωτικών φυσιολογικών μηχανισμών 

Επιπλέον έχει σχετιστεί με μεταβολές στη λειτουργία του ανοσολογικού, του ενδοκρινολογικού συστήματος και στην μείωση του προσδόκιμου επιβίωσης. Τα αποτελέσματα των περισσότερων μελετών είναι ξεκάθαρα: τα απομονωμένα άτομα έχουν περισσότερες πιθανότητες -περίπου διπλάσιες- να πεθάνουν νωρίτερα απ' ό,τι οι κοινωνικότεροι συνομήλικοί τους. Παρόμοια αποτελέσματα έχουν επισημανθεί από εργασίες σχετικές με την ποιότητα ζωής και τη θνησιμότητα ατόμων με καρδιακά προβλήματα (ισχαιμική καρδιοπάθεια, έμφραγμα μυοκαρδίου), AIDS, αλλά και καρκίνο.

Η κατάχρηση αλκοόλ και καπνού, είναι επίσης αυξημένη στα άτομα που ζουν μόνα, με τις δυσάρεστες συνέπειες που αυτό μπορεί να προκαλέσει στο σώμα.

Μοναξιά και ψυχικές ασθένειες
Η μοναξιά μπορεί να οδηγήσει σε κατάθλιψη και μειωμένη αυτοεκτίμηση και το αντίστροφο βέβαια. Πάνω από τους μισούς ασθενείς με σοβαρή ψυχική ασθένεια ζουν απομονωμένοι, χωρίς να διατηρούν κοινωνικές σχέσεις. Η μοναξιά τους οφείλεται στην πρωτογενή τους νόσο (λ.χ σχιζοφρένεια, κατάθλιψη), στη δυσκολία τους να δημιουργήσουν και /ή διατηρήσουν φιλίες, στην έλλειψη ευκαιριών κοινωνικής διαντίδρασης καθώς και στο στίγμα της ψυχικής νόσου, το οποίο δημιουργεί φραγμούς στην κοινωνική τους αποδοχή.
Μελέτες στην κοινότητα καταγράφουν ποικιλία παραγόντων κινδύνου για την αύξηση της μοναξιάς, όπως διαζύγιο ή χηρεία, θάνατος τέκνων, διαμονή κατά μονάς, επιδείνωση σωματικής υγείας και ψυχοπιεστικά γεγονότα ζωής (απώλεια και πένθος). Η ύπαρξη κάποιου έμπιστου προσώπου περιγράφεται ως προστατευτικός παράγοντας.
Μοναξιά ή μοναχικότητα;
Τα όρια ανάμεσα στη μοναξιά και  τη μοναχικότητα δεν είναι πάντα εύκολο να οριστούν. 
Ο αριθμός των κοινωνικών επαφών είναι μόνο ένας από τους παράγοντες που παρεμβαίνουν στη μοναξιά. Η παθολογικοποίηση της μοναξιάς εξαρτάται όχι τόσο από την ποσότητα των επαφών που κάποιος έχει με τους άλλους, αλλά από τον αριθμό των επαφών που πιστεύει ότι του χρειάζονται. Συνθήκες που κάνουν ένα άτομο να αισθάνεται μοναξιά, για κάποιο άλλο μπορεί να είναι αποπνικτικές εξ αιτίας της υπερβολικής προσοχής των άλλων. Τα άτομα που υποφέρουν από χρόνια μοναξιά δεν έχουν υποχρεωτικά λιγότερες επαφές από τους άλλους αλλά αυτό που έχει σημασία είναι ότι η ποιότητα των ανθρώπινων επαφών τους είναι πιο φτωχή.

Υπάρχουν στιγμές στις οποίες η μοναξιά δεν αποτελεί ένα πρόβλημα που πρέπει να επιλυθεί αλλά μια απάντηση τελείως φυσιολογική κάτω από ορισμένες συνθήκες. Είναι γόνιμη όταν βιώνεται σα μια περίοδος ανάκαμψης, ανάκτησης εσωτερικών δυνάμεων, επαναπροσδιορισμού των στόχων. Ας σημειωθεί και ο προειδοποιητικός χαρακτήρας της μοναξιάς η οποία , όπως ο φυσικός πόνος, λειτουργεί σαν ένα είδος συναγερμού. Δίνει το μήνυμα ότι κάτι δεν πάει καλά και ενεργοποιεί για αλλαγές στη ζωή μας.

Η μοναξιά γίνεται πρόβλημα μόνο όταν για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν έχουμε τρόπους να ανακουφιστούμε από αυτήν. Οι περισσότεροι άνθρωποι, μη αντέχοντας αυτή την αίσθηση της απομόνωσης, την καταπνίγουν, ξεφεύγουν από αυτήν και χάνουν τον εαυτό τους σε κάποια μορφή δραστηριότητας. Στο φόβο της μοναξιάς, του να αισθάνονται αποκομμένοι, άλλοι καταφεύγουν στη χρήση ή /και κατάχρηση ουσιών, σε αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές και σε απώλεια της ικανότητας ελέγχου της αντικειμενικής πραγματικότητας. Άλλοι πάλι στρέφονται στην απασχόληση και τη μανιακή απασχόληση με εξωτερικά ερεθίσματα. Μόλις όμως πάψει η ενασχόληση με δραστηριότητες και η κίνηση επιστρέφει και πάλι αυτή η γνώριμη αίσθηση του κενού, το ανικανοποίητο και η ανάγκη για νέα απόδραση.
Η μοναξιά μπορεί να βιωθεί μοναδικά στον καθένα. Ωστόσο για να δούμε τη φύση της πριν μπούμε στη διαδικασία να τη ξεχάσουμε οφείλουμε στον εαυτό μας να προσπαθήσουμε να έρθουμε σε επαφή με την αίσθηση της μοναχικής πορείας,  να κοιτάξουμε με προσοχή και ενδιαφέρον το αίσθημα κενού και το ανικανοποίητο, να διεισδύσουμε σε αυτό, να το κατανοήσουμε και έτσι να μπορέσουμε να συμφιλιωθούμε ή να το «θεραπεύσουμε». 
Τσίγγανου Ιωάννα, Ψυχολόγος, Msc στην Ειδική Παιδαγωγική


ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ: ΧΤΙΖΟΝΤΑΣ ΓΕΦΥΡΕΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ

Ορισμός και είδη ψυχοθεραπείας:
Ένας από τους πολλούς ορισμούς της ψυχοθεραπείας την ορίζει ως «τη θεραπεία νοητικών και συναισθηματικών διαταραχών μέσω της χρήσης ψυχολογικών τεχνικών, οι οποίες είναι ειδικά σχεδιασμένες να ενθαρρύνουν την συζήτηση και την κατανόηση προβλημάτων με σκοπό να προσφέρουν ανακούφιση από συμπτώματα και αλλαγές στη συμπεριφορά, οι οποίες οδηγούν σε βελτιωμένη κοινωνική λειτουργικότητα και προσωπική ανάπτυξη».
Υπάρχουν διάφορα μοντέλα εκπαίδευσης ψυχολόγων και ψυχιάτρων στη ψυχοθεραπεία (π.χ. ψυχανάλυση και ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία, ανθρωπιστική και υπαρξιακή ψυχοθεραπεία, οικογενειακή και συστημική ψυχοθεραπεία, γνωστική-συμπεριφορική ψυχοθεραπεία, ψυχόδραμα, ψυχοθεραπεία μέσω τέχνης κλπ.), τα οποία βασίζονται σε συγκεκριμένο θεωρητικό υπόβαθρο, χρησιμοποιούν τεχνικές και έχουν αποδεδειγμένα επιστημονική βαρύτητα. Η ψυχοθεραπεία μπορεί να είναι ατομική/προσωπική, οικογενειακή (με τη συμμετοχή όσο το δυνατόν περισσότερων μελών της οικογένειας) και ομαδική (με τη συμμετοχή τουλάχιστον 5 μελών και άνω).  Αναφορικά με τη διάρκειά της μπορεί να είναι βραχυπρόθεσμη (όταν από την αρχή συμφωνείται ένας συγκεκριμένος αριθμός συναντήσεων) ή να έχει «ανοιχτό τέλος» (να ολοκληρώνεται δηλαδή όταν ο θεραπευόμενος θεωρεί ότι έχει φτάσει στο επιθυμητό επίπεδο προσωπικής ανάπτυξης). 
Στην ατομική ψυχοθεραπεία θεραπευτής και θεραπευόμενος συναντιούνται σε συγκεκριμένο μέρος (συνήθως το γραφείο του θεραπευτή), σε προκαθορισμένη ώρα και για συγκεκριμένο χρόνο, με συχνότητα που μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με το μοντέλο ψυχοθεραπείας, αλλά συνήθως είναι μία φορά την εβδομάδα. Μέσα από τη συζήτηση ξεκινούν να χτίζουν μια σχέση εμπιστοσύνης και ασφάλειας, η οποία θα βοηθήσει στην όσο το δυνατόν περισσότερο ανοιχτή, άμεση και βαθύτερη επικοινωνία μεταξύ τους
Στόχοι της ψυχοθεραπείας:
Πρωταρχικός στόχος της ψυχοθεραπείας είναι η ανακούφιση από το πρόβλημα/δυσκολία που αντιμετωπίζει ο θεραπευόμενος την εποχή που αναζητά θεραπεία. Το κυρίαρχο πρόβλημα συχνά βελτιώνεται ή μειώνεται σε ένταση από τη στιγμή που δημιουργείται μια ασφαλής θεραπευτική σχέση.
Οι περισσότεροι άνθρωποι επισκέπτονται έναν ψυχοθεραπευτή επειδή αισθάνονται ότι κάτι βάζει σε κίνδυνο την υποκειμενική τους αίσθηση του προσωπικού ελέγχου. Μπορεί να αισθάνονται ότι κάποιο «σύμπτωμα» κυριαρχεί στη ζωή και στην καθημερινότητα τους, το οποίο μπορεί να εμφανίζεται με τρόπο ανεξέλεγκτο και να τους στερεί την ικανότητα  να ορίζουν οι ίδιοι τη ζωή τους. Μέσα από τη διαδικασία της ψυχοθεραπείας καλλιεργείται η προσπάθεια σεβασμού, διατήρησης και αύξησης της αίσθησης της προσωπικής ελευθερίας του θεραπευόμενου, η οποία αποτελεί μια από τις πιο πολύτιμες πτυχές της προσωπικής ψυχολογίας ενός ατόμου.
Καθώς όμως οι άνθρωποι είμαστε περίπλοκα όντα, συχνά αυτό που παρουσιάζεται ως «κυρίαρχο πρόβλημα» και αποτελεί αδιαμφισβήτητα ένα δυσβάσταχτο βίωμα του θεραπευόμενου, μπορεί να συνυπάρχει και με άλλες καταστάσεις που ίσως να εγείρουν μια σειρά περιπλεγμένων συναισθημάτων. Ένας τρίτος λοιπόν στόχος είναι η προτροπή προς τον θεραπευόμενο να εξερευνήσει, να φωτίσει και να προσπαθήσει να λεκτικοποιήσει συναισθήματα και σκέψεις σχετικά με διάφορες πτυχές της ύπαρξής του (στο παρόν και στο παρελθόν, όταν αυτά με κάποιο τρόπο σχετίζονται με το παρόν του ατόμου).  
Θεραπευτική σχέση:     
Η  σχέση ανάμεσα σε θεραπευτή και θεραπευόμενο (θεραπευτική συμμαχία) έχει θεραπευτική επίδραση όταν βιώνεται ως βοηθητική ή εν δυνάμει βοηθητική. Ο θεραπευόμενος χρειάζεται να βιώνει τον θεραπευτή ως εν δυνάμει ικανό να τον βοηθήσει και τον εαυτό του ως ένα ισότιμο μέλος στη θεραπευτική διαδικασία. Ο Γιάλομ (2004) χρησιμοποιεί τον όρο «συνταξιδιώτες» για να περιγράψει τη σχέση του με τους θεραπευόμενους του.
Ο θεραπευτής συνεργάζεται με τον θεραπευόμενο όσον αφορά την προσωποποιημένη θεραπεία του, αναγνωρίζοντας ότι εκείνος είναι ο καλύτερος γνώστης των θεμάτων/βιωμάτων που τον αφορούν. Με την έννοια αυτή ο θεραπευτής δεν είναι ο «ειδικός» που γνωρίζει καλύτερα από τον θεραπευόμενο του τι εκείνος χρειάζεται, βιώνει, αποφεύγει κλπ, αλλά στηριζόμενος στην δική του ανθρώπινη περιέργεια να κατανοήσει όσο γίνεται καλύτερα τον θεραπευόμενο του και στο δέος που αισθάνεται απέναντι του για τις εσωτερικές του εμπειρίες, προσπαθεί να αποτελέσει έναν καλό καθρέφτη των συναισθημάτων του. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγεται ο πειρασμός ο θεραπευτής να διαδραματίσει ένα ρόλο «προφήτη, σωτήρα ή λυτρωτή».  
Περιγράφοντας χαρακτηριστικά του θεραπευτή που βοηθούν τη θεραπευτική διαδικασία:
Για να επιτευχθει ο προαναφερθείς στόχος ο θεραπευτής χρειάζεται να μπορεί να αντανακλά με την στάση του συνολικά (τόσο σε λεκτικό όσο και σε μη λεκτικό επίπεδο) μια αίσθηση γνησιότητας και ειλικρίνειας, να μην παρουσιάζει «προσωπείο», άλλα να είναι ανοιχτός και ξεκάθαρος, να νιώθει ελεύθερος να  είναι  «ο εαυτός του», να αναγνωρίζει και να βιώνει τα συναισθήματα του και τις εσωτερικές του εμπειρίες ανά πάσα στιγμή στη διάρκεια της συνάντησης και να τα μοιράζεται με το θεραπεύομενο του. Ο ζεστός και φιλικός τόνος στη διάρκεια της συζήτησης ενισχύει την αίσθηση της ειλικρίνειας.
Η αναγνώριση και αποδοχή χωρίς όρους των λεγόμενων του θεραπευόμενου, των σκέψεων, των αξιών, της «φιλοσοφίας ζωής» και των επιλογών του αποτελούν την θεμέλιο λίθο της εγκαθίδρυσης της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης στη θεραπευτική διαδικασία, έτσι ώστε να μπορέσει να εξερευνήσει τον εαυτό του. Στο πλαίσιο αυτό ο θεραπευτής χρησιμοποιεί θετικά και υποστηρικτικά λόγια για να εκφράσει τα θετικά του συναισθήματα και σκέψεις προς διάφορες πτυχές της προσωπικότητας/συμπεριφοράς του θεραπευόμενου του.
Η ενσυναίσθηση του θεραπευτή, η ικανότητα του δηλαδή να συντονίζεται συναισθηματικά και νοητικά με τον θεραπευόμενο του χωρίς όμως να ταυτίζεται μαζί του, είναι ένα τρίτο καίριο χαρακτηριστικό του αποτελεσματικού θεραπευτή. Καθώς όμως συχνά θεραπευόμενοι και θεραπευτές μπορεί να έχουν εντελώς διαφορετική αίσθηση για τη θεραπευτική συνεδρία, ο θεραπευτής χρειάζεται συχνά να εξετάζει εάν αυτά που λέει ή/και βιώνει αντανακλούν τα λόγια ή/και το συναίσθημα του θεραπευόμενου του. 
Η διαδικασία της ψυχοθεραπείας αντανακλά την πολύπλοκη, βαθιά ανθρώπινη και ειλικρινή σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σε θεραπευτή και θεραπευόμενο με στόχο την ανακούφιση του θεραπευόμενου από τον ψυχικό πόνο που βιώνει, την ενίσχυση της ψυχικής του ανθεκτικότητας και την σε βάθος διερεύνηση του εαυτού του. Το βίωμα του θεραπευόμενου ενισχύεται, ώστε να αποκατασταθούν υπάρχοντες και να δημιουργηθούν νέες δίοδοι επικοινωνίας, κατανόησης και ύπαρξης του εαυτού τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, οδηγώντας στην δημιουργία μιας προσωπικής αφήγησης που δίνει νόημα στην εμπειρία του.
ΧΡΥΣΟΧΟΙΔΟΥ ΒΟΥΛΑ, ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ

Άννα Ιωαννίδου, ψυχολόγος

Σκέψεις γύρω από το θάνατο

Δίχως αμφιβολία, ο θάνατος αποτελεί μια αναπόφευκτη πραγματικότητα που όλοι θα αντιμετωπίσουμε κάποια στιγμή.
Η στάση του ανθρώπου απέναντι στο θάνατο δεν αμετάβλητη στο πέρασμα του χρόνου. Ο Ariès (1988) θεωρεί ως κύριο χαρακτηριστικό των παραδοσιακών κοινωνιών την εξοικείωση των ζωντανών με το θάνατο και τους νεκρούς και γι’ αυτό τον αποκαλεί εξημερωμένο για να τον αντιδιαστείλει με τη σύγχρονη άγρια εκδοχή του.
Πράγματι, στη σημερινή εποχή, ο θάνατος μπορεί να αποτελεί αντικείμενο ντροπής και απαγόρευσης, να αποσιωπάται και υπό το πρόσχημα της προστασίας – ειδικά σε περιπτώσεις καταληκτικών ασθενειών παρατηρείται συχνά μια συνομωσία σιωπής γύρω από τον άρρωστο που πεθαίνει. Μαθαίνουμε να διστάζουμε να εκφράζουμε τη θλίψη μας ή να «σκουπίζουμε» γρήγορα τα δάκρυά μας. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι φαίνεται να έχει αναχθεί σε ταμπού η συζήτηση γύρω από αυτό το θέμα.
Η αλήθεια είναι ότι, μολονότι, μοιάζει να δεχόμαστε ότι μπορούμε να πεθάνουμε, συχνά στο βάθος οι άνθρωποι θέλουμε να νιώθουμε αθάνατοι, άτρωτοι. Για τον ασυνείδητο εαυτό μας είναι κάτι που δεν θα συμβεί σε εμάς (Ποταμιάνος, 1995). Επομένως, ο φόβος της προοπτικής του θανάτου είναι φυσιολογικός. Η ανησυχία για το θάνατο φαίνεται ότι είναι μόνο το σύμπτωμα μιας συνεχούς διαδικασίας εδραίωσης και αποδοχής νοήματος του θανάτου στο πλαίσιο του νοήματος της ζωής (Craig & Baucum, 2008).
Το να πεθάνει κάποιος σημαίνει να σταματήσει να βιώνει, να αποχωριστεί τους αγαπημένους του, να αφήσει μισοτελειωμένες υποθέσεις και να εισέλθει στο άγνωστο. Η απώλεια της ζωής μπορεί να αντανακλά την πρόωρη και άδικη ακύρωση των προσωπικών προοπτικών. Το να βρίσκεται κάποιος αντιμέτωπος με την προοπτική του προσωπικού του θανάτου πρόκειται πιθανώς για το πιο δύσκολο αναπτυξιακό έργο της ζωής του (DiMatteo & Martin, 2006). Ο κλονισμός είναι δεδομένος, για όσους βρεθούν μπροστά στο πεπερασμένο της ύπαρξής τους. Η ψευδαίσθηση ότι έχουμε μπροστά μας μια ολόκληρη ζωή, καταρρέει και συμπαρασύρει μαζί της ένα μέρος των ονείρων και των σχεδίων για το μέλλον. Αναφέρεται συχνά ότι ο φόβος θανάτου μπορεί να συνδέεται την αίσθηση μη ολοκλήρωσης της ζωής.
Ο θάνατος συνεπάγεται την κατάλυση μιας ολότητας, μιας σχέσης αλληλοσυμπλήρωσης (Bacque, 2001). Στο πλαίσιο της οικογένειας, συνδέεται με την αλλαγή στις σχέσεις μεταξύ των μελών της. Όταν κάποιο μέλος της πεθαίνει, μαζί του πεθαίνει συμβολικά και η οικογένεια. Απαιτείται, συνεπώς, μια ανακατανομή ρόλων και ευθυνών, αφού η νέα οικογένεια δεν θα είναι όμοια με αυτή που προϋπήρξε (Αναγνωστόπουλος & Παπαδάτου, 1986). Η ικανότητα της οικογένειας να αφομοιώσει την απώλεια φαίνεται να συνδέεται με το ρόλο και τη λειτουργία που είχε στην οικογένεια το άτομο που πέθανε, αλλά και τη χρονική στιγμή που συντελείται σε σχέση με τον κύκλο ζωής της οικογένειας (Carter & McGoldrick, 1989).
Τα πολλαπλά νοήματα του θανάτου και οι τρόποι που οι άνθρωποι τον αντιμετωπίζουν επηρεάζονται ιδιαίτερα από το διαπολιτισμικό πλαίσιο. Όση έκπληξη μπορεί να δοκιμάσει ένας Εσκιμώος σε μια λυπηρή τελετή κηδείας του δυτικού πολιτισμού, άλλη τόση θα νιώσει ένας Έλληνας για το χαρούμενο πάρτι που διοργανώνεται σε ένα ιγκλού προς τιμήν ενός ηλικιωμένου που πεθαίνει (DiMatteo & Martin, 2006). Αναλόγως, αναφορικά με τη σχέση με έναν αποθανόντα, όπως εκφράζεται μέσα από το θρήνο, είναι ενδιαφέρον το χαρακτηριστικό ορισμένων πολιτισμών να δίνουν έμφαση σε μια συνεχή σχέση με το νεκρό, καθώς οι στενές σχέσεις φαίνεται να αποτελούν ζητήματα έντονης συναισθηματικής δέσμευσης. Στους πολιτισμούς αυτούς, ο θάνατος κάποιου οικείου αποτελεί σημαντικό σημείο στον καθορισμό της ζωής (Craig & Baucum, 2008). Ο θάνατος μπορεί να προκαλέσει φόβο, θυμό, τρόμο, απέχθεια, αναβολή ή να θεωρείται μετάβαση, συνέχεια, πέρασμα σε άλλη ζωή ή σε ανώτερο επίπεδο ύπαρξης.
Κάθε αλλαγή εμπεριέχει την απώλεια και η μοναδική λύση να αποφύγει κάποιος την απώλεια θα ήταν να ζει με τρόπο ρηχό. Ωστόσο, κάποιες απώλειες έχουν τη δύναμη να μας μεταμορφώσουν για πάντα. Σήμερα, πιστεύεται ότι τα άτομα δεν είναι παθητικά και στο έλεος του πένθους, αλλά διαδραματίζουν ενεργητικό ρόλο στη διεργασία αυτή. Ο θρήνος περιλαμβάνει επιλογές και προσφέρει εναλλακτικές κατευθύνσεις. Η εμπειρία μιας σημαντικής απώλειας συχνά μεταβάλλει τη φιλοσοφίας μας για τη ζωή και μπορεί να λειτουργήσει σαν ένα «εγερτήριο κάλεσμα» για να αναθεωρήσουμε τις προτεραιότητές μας και να βεβαιωθούμε ότι αφιερώνουμε χρόνο και προσοχή στους ανθρώπους εκείνους ή στους στόχους εκείνους που είναι για εμάς πιο πολύτιμοι (Neimeyer, 2006).
Όπως και να έχει, ο θάνατος είναι το ύστατο ορόσημο, το τέλος της ζωής. Σωματικά, σημαίνει την αμετάκλητη παύση των ζωτικών λειτουργιών, ψυχολογικά, έχει ισχυρό προσωπικό νόημα για τον άνθρωπο που πεθαίνει, την οικογένεια και τους φίλους του. Οι ιδιαίτερες λεπτομέρειες στις ιστορίες (απώλειας) των ανθρώπων υποδηλώνουν μια διεργασία που ταυτόχρονα είναι απέραντα προσωπική, πολύπλοκα διαπροσωπική και αναπόφευκτα πολιτισμική.


Τι να κάνω για να διαβάζει το παιδί μου;
Συμβουλές για γονείς.
Μια από τις πιο συχνές αιτίες έντασης ανάμεσα σε γονείς και παιδιά είναι το διάβασμα για την επόμενη μέρα. Υπάρχουν βέβαια και παιδιά που μελετούν πρόθυμα τα μαθήματά τους, οπότε σ’ αυτή την περίπτωση τα πράγματα είναι αρκετά εύκολα για τους γονείς. Τι γίνεται όμως όταν το αγγελούδι μας αρνείται πεισματικά να συνεργαστεί και νοιώθουμε την υπομονή μας να εξαντλείται, μη ξέροντας τι άλλο να δοκιμάσουμε; Στην πραγματικότητα, υπάρχουν πολλά που μπορεί να κάνει ένας γονιός για να βοηθήσει το παιδί του να γίνει πιο υπεύθυνο και να ανταποκρίνεται καλύτερα στις σχολικές του υποχρεώσεις. Επειδή όμως «η αρχή είναι το ήμισυ του παντός» είναι σημαντικό να κάνουμε μια καλή αρχή από την πρώτη δημοτικού. Ωστόσο, ακόμη κι αν αυτό δεν έχει συμβεί, ποτέ δεν είναι πολύ αργά.

Το πρώτο πράγμα που χρειάζεται να έχουμε κατά νου είναι να καλλιεργήσουμε την υπευθυνότητα και την αυτονομία του παιδιού. Για να το επιτύχουμε αυτό, καλό είναι να αποφεύγουμε τη χρήση του πρώτου πληθυντικού όπως π.χ. «φέτος πηγαίνουμε στην Α΄ δημοτικού» ή «έλα να διαβάσουμε», καθώς έτσι μεταδίδουμε στο παιδί μας το μήνυμα ότι την ευθύνη για το πώς θα τα πάει τη μοιραζόμαστε. Αντίθετα, χρειάζεται από την αρχή να του δώσουμε να καταλάβει ότι το διάβασμά του είναι δική του ατομική ευθύνη, όπως αντίστοιχα είναι δική μας ευθύνη να πηγαίνουμε στη δουλειά μας ή να φροντίζουμε για τις δουλειές του σπιτιού. Γι’ αυτό άλλωστε και δεν διαβάζουμε μαζί με το παιδί τα μαθήματα της επόμενης ημέρας! Αυτό που φαίνεται να αποδίδει καλύτερα είναι να του δείχνουμε εμπιστοσύνη ότι μπορεί να τα καταφέρει και μόνο του. Του εξηγούμε ότι είμαστε διαθέσιμοι για βοήθεια αν έχει κάποια απορία, αφού πρώτα όμως έχει προσπαθήσει μόνο του και έχει συγκεντρώσει τις απορίες του. Σε καμία περίπτωση δεν κάνουμε εμείς τη δουλειά του παιδιού. Εάν το παιδί μας αρνείται πεισματικά να διαβάσει, είναι προτιμότερο να το αφήσουμε να πάει αδιάβαστο, ώστε να έρθει αντιμέτωπο με τις συνέπειες της αμέλειάς του. Η πίεση ούτως ή άλλως οδηγεί σε μεγαλύτερη αντίσταση. Μια τέτοια ενέργεια βέβαια προϋποθέτει ότι θα ενημερώσουμε τον δάσκαλο, εξηγώντας του τι προσπαθούμε να κάνουμε και ζητώντας τη συνεργασία του. Γενικότερα άλλωστε η καλή σχέση και συνεργασία με τον δάσκαλο και το σχολείο είναι καθοριστικής σημασίας για την πρόοδο του παιδιού μας.

Παράλληλα, η τάση που υπάρχει τα τελευταία χρόνια να κάνουν φροντιστήρια στα μαθήματα που σχολείου ακόμα και παιδάκια δημοτικού, είναι μια πρακτική που όχι μόνο δεν βοηθάει τα μικρά παιδιά να καλλιεργήσουν της αίσθηση της υπευθυνότητας, αλλά επιβαρύνει και πολύ το πρόγραμμά τους με αποτέλεσμα τα παιδιά να μην έχουν χρόνο για τη πλέον βασική τους ανάγκη που είναι το παιχνίδι! Το παιχνίδι είναι απαραίτητο στοιχείο για την υγιή ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών και γι’ αυτό είναι σημαντικό να μην τα υπερφορτώνουμε με δραστηριότητες. Για τις μικρότερες τάξεις του δημοτικού μια-δυο εξωσχολικές δραστηριότητες είναι μάλλον υπεραρκετές.

Ταυτόχρονα, αυτό που φαίνεται να είναι ιδιαίτερα βοηθητικό για τα παιδιά είναι να υπάρχει ένα σταθερό πρόγραμμα και ένα ήρεμο περιβάλλον στην οικογένεια. Για παράδειγμα το παιδί να ξέρει ότι γυρνώντας από το σχολείο του θα φάει μαζί με κάποιον ενήλικα που θα του κάνει παρέα στο τραπέζι (χωρίς να είναι η ανοιχτή η τηλεόραση ή το tablet!), μπορεί να ξεκουραστεί για λίγο και αμέσως μετά ξεκινάει το διάβασμά του μια συγκεκριμένη ώρα που έχουμε συμφωνήσει από πριν. Είναι σημαντικό το διάβασμα του παιδιού να αρχίζει σχετικά νωρίς ώστε να τελειώνει και νωρίς. Όσο πλησιάζουμε προς το βράδυ τόσο περισσότερο κουρασμένα είναι τα παιδιά, οπότε και το διάβασμά τους είναι  λιγότερο αποδοτικό. Το να τελειώνει ένα παιδάκι νωρίς με τα μαθήματά του, του δίνει τη δυνατότητα να χαλαρώσει και να απολαύσει το υπόλοιπο της μέρας του χωρίς σκοτούρες. Άλλωστε η πολύωρη μελέτη δεν είναι απαραίτητα και πιο αποδοτική.

Βασικό είναι επίσης να έχει καθοριστεί και ένας συγκεκριμένος χώρος διαβάσματος, π.χ. το γραφείο στο δωμάτιο του παιδιού ή ένα γραφειάκι στην κρεβατοκάμαρα (αν υπάρχουν αδερφάκια που ίσως εκείνη την ώρα θέλουν να παίξουν στο παιδικό δωμάτιο). Ο χώρος αυτός χρειάζεται να είναι ήσυχος και σχετικά τακτοποιημένος, ώστε το παιδί να μπορεί απερίσπαστο να αφοσιωθεί στο διάβασμά του. Στην περίπτωση που παρατηρούμε ότι η προσοχή του διασπάται εύκολα, καλό είναι να τοποθετήσουμε το γραφείο του μακριά από το παράθυρο.

Γενικά πάντως ο βαθμός συγκέντρωσης ενισχύεται με συχνά και σύντομα διαλείμματα, αφού ολοκληρωθεί όμως μια άσκηση ή μια ενότητα. Αντίθετα, η πολύωρη έκθεση σε οθόνες (τηλεόραση, Η/Υ, tablet, κινητά κτλ.) συνδέεται με μείωση της συγκέντρωσης και διάσπαση της προσοχής. Αμέσως μόλις το παιδί ολοκληρώνει το διάβασμά του, καλό είναι να ακολουθεί μια επιβράβευση (π.χ. να του επιτρέψουμε να πάει να παίξει με τους φίλους του ή με το αγαπημένο του παιχνίδι). Στην περίπτωση τώρα που το παιδί μας καθυστερεί πολύ να ξεκινήσει το διάβασμά του και αφήνει κάτι σκόπιμα για την τελευταία στιγμή (π.χ. πολύ αργά το βράδυ) καλό είναι να ξεκαθαρίσουμε τη θέση μας, εξηγώντας του (και τηρώντας το φυσικά!) ότι μετά από κάποια συγκεκριμένη ώρα δεν είμαστε πλέον διαθέσιμοι για βοήθεια.

Παράλληλα, μπορούμε να βοηθήσουμε τα παιδιά μας δίνοντάς τους κάποιες ιδέες που αφορούν σε τεχνικές διαβάσματος, όπως π.χ. να ξεκινούν με τα πιο δύσκολα ή βαρετά μαθήματα στην αρχή που είναι πιο ξεκούραστα ή να αποφεύγουν την «παπαγαλία» και να λένε το μάθημα με δικά τους λόγια. Μπορούμε να τους δείξουμε πώς να υπογραμμίζουν τα κύρια σημεία ενός κειμένου, να εντοπίζουν τις «λέξεις - κλειδιά» ή να γράφουν έναν δικό τους τίτλο δίπλα σε κάθε παράγραφο, ώστε να ενισχύουν έτσι την οπτική τους μνήμη και να συγκρατούν ευκολότερα τις πληροφορίες.
           Το πιο σημαντικό απ’ όλα όμως είναι η στάση των ίδιων των γονιών απέναντι στο διάβασμα. Αντί να βλέπουμε, για παράδειγμα, τηλεόραση την ώρα που ζητάμε απ’ το παιδί μας να διαβάσει, ας την κλείσουμε κι ας διαβάσουμε κι εμείς κάτι, ένα λογοτεχνικό βιβλίο, μια εφημερίδα ή ένα περιοδικό. Μπορούμε να του μάθουμε να αγαπά το διάβασμα αγοράζοντας και διαβάζοντάς του από μικρή ηλικία παιδικά βιβλία και παραμύθια, ώστε να συνδυάσει το διάβασμα με κάτι ευχάριστο. Το βιβλία αυτά καλό είναι μεγαλώνοντας να τα επιλέγει και το ίδιο το παιδί με βάση τα δικά του ενδιαφέροντα. Γι’ αυτό μια καλή ιδέα είναι να πηγαίνουμε που και που μαζί στο βιβλιοπωλείο ή σε μια έκθεση βιβλίου, όπου το παιδί θα μπορεί να επιλέξει κάτι που του αρέσει.

           Ας προσπαθήσουμε να κάνουμε το διάβασμα όσο γίνεται πιο διασκεδαστικό. Δεν σκίζουμε σελίδες και δεν σβήνουμε με μανία, επειδή το παιδί έκανε κάποιο λάθος ή επειδή δεν μας άρεσαν τα γράμματά του!  Ο στόχος είναι να αγαπήσει τη μάθηση. Έτσι, όταν προσπαθούμε να λύσουμε μια απορία του μπορούμε για παράδειγμα να χρησιμοποιήσουμε υλικά, όπως τουβλάκια ή όσπρια, για ασκήσεις μαθηματικών ή να παροτρύνουμε ένα μικρότερο παιδί να ζωγραφίσει κάτι με βάση αυτό που διάβασε στο μάθημα της ιστορίας. Βοηθάει πολύ να εξηγούμε στα παιδιά τη χρησιμότητα και την αξία όσων διαβάζουν, δίνοντας τους απτά παραδείγματα από την καθημερινή ζωή.

Τέλος, είναι σημαντικό οι γονείς να μην μεταφέρουν το δικό τους άγχος για το σχολείο στα παιδιά και να μην έχουν υπερβολικά υψηλές προσδοκίες. Καλός μαθητής δεν είναι μόνο ο πρώτος. Δεν μπορούμε και δεν χρειάζεται να είμαστε όλοι πρώτοι ή τέλειοι. Τα «κηρύγματα», οι αρνητικοί χαρακτηρισμοί και οι συγκρίσεις με τα άλλα παιδιά ή τα αδέρφια δεν βοηθούν. Χρειάζεται να επιβραβεύουμε την προσπάθεια άσχετα από τους βαθμούς, γιατί έτσι ενισχύουμε την αυτοεκτίμηση του παιδιού μας που είναι καθοριστικής σημασίας για την πρόοδό του, όχι μόνο στο σχολείο αλλά και στη ζωή του γενικότερα.  Ας απομακρυνθούμε από τον μύθο που λέει ότι όσο πιο καλούς βαθμούς παίρνεις τόσο πιο επιτυχημένος γίνεσαι και ας αναρωτηθούμε: τι είναι πιο σημαντικό για μας; Οι πολύ καλοί βαθμοί ή η ανάπτυξη μια υγιούς προσωπικότητας; Άλλωστε η ίδια η ζωή μας αποδεικνύει ότι το να μην είναι κανείς καλός μαθητής δεν σημαίνει ότι δεν θα γίνει και επιτυχημένος ή ευτυχισμένος άνθρωπος.
Ειρήνη Κορδερά
Ψυχολόγος
Πτυχιούχος Α.Π.Θ.
MSc Ψυχολογία Υγείας / MSc Ψυχολογία Παιδιού και Εφήβου, Leiden University
Ειδίκευση στη Συστημική Ψυχοθεραπεία (Ι.Ψ.Κ. /  ΚΕ.Σ.ΜΕ.Θ.Θ.)